διά

I
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν γιορτή με την ονομασία Κισσοτόμοι.
2. Σύζυγος του Ιξίωνα. Ο Δίας συνευρέθηκε μαζί της με μορφή αλόγου και εκείνη γέννησε τον Πειρίθοντα. Ο μύθος αυτός είχε εμπνεύσει στον Αισχύλο δύο τραγωδίες που δεν διασώθηκαν, τον Ιξίωνα και τις Περραιβίδας.
3. Μία από τις κόρες του Αιόλου.
4. Κόρη του Λυκάονα και μητέρα του Δρύοπα, τον οποίο απέκτησε από τον θεό Απόλλωνα.
5. Σύζυγος του Αγρίου, γιου του Πορθάονα και μητέρα του Θερσίτη.
II
Ονομασία γεωγραφικών τόπων.
1. Άλλη ονομασία της Νάξου. Η ονομασία διατηρήθηκε για την ψηλότερη κορυφή του νησιού (1.004 μ.), που ονομάζεται και Ζας.
2. Μικρό ακατοίκητο νησί κοντά στο ακρωτήριο Δίο της βόρειας παραλίας της Κρήτης, απέναντι στο Ηράκλειο. Έχει έκταση 12 τ. χλμ. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γουβών. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στο νησί υπήρχε ομώνυμη πόλη. Στην περιοχή ανακαλύφθηκαν ευρήματα από τη μινωική εποχή.
3. Νησί της Ερυθράς θάλασσας στον Αιλανίτη κόλπο, το σημερινό Τιράν.
4. Πόλη της Βιθυνίας στις ακτές του Εύξεινου Πόντου.
* * *
(I)
και για (AM διά Α και διαί)
κύρια πρόθεση, συνήθως δισύλλαβη, μονοσύλλαβη όμως στον Αριστοφάνη με ασυνήθιστη συνίζηση, η οποία προτάσσεται και στη σύνταξη (λ.χ. «διὰ τῆς πόλεως») και σε σύνθεση (λ.χ. διάδοχος, διαμοιράζω). Δεν συμβαίνει σ' αυτήν αναστροφή* ούτε μετατύπωση*, γιατί σ' αυτές τις περιπτώσεις ο τύπος δία θα συνέπιπτε με την αιτιατική τού Δία (δία). Στον Όμηρο χρησιμοποιείται μερικές φορές και επιρρηματικά. Στον Όμηρο επίσης, όταν η πρόθεση απαντά στην αρχή στίχου, είναι διαπιστωμένο ότι ο πρώτος πόδας του είναι τρίβραχυς και ότι δεν έλαβε χώρα μετρική έκταση. Συντάξεις: Η διά συντάσσεται: Ι. με γενική και δηλώνει: 1. διά τόπου κίνηση
(«ήλθε διά ξηράς»)
2. χρονική διάρκεια (α. «δι' όλης τής ημέρας» β. «διά παντός [ενν. τού χρόνου]» γ. «διά βίου» — καθ' όλη τη ζωή)
3. όργανο ή μέσο με το οποίο συντελείται, γίνεται κάτι («τόν εκτύπησε διά τής ράβδου του»)
4. φρ. α) «διά πυρός και σιδήρου» — καίοντας και καταστρέφοντας τα πάντα
β) «έζησε διά πυρός και σιδήρου» — σε όλη του τη ζωή υπήρξε εξώλης και προώλης
γ) «διά μακρών» — εκτενώς
δ) «διά βραχέων» ή «δι' ολίγων» — με λίγα λόγια, με συντομία (η διά στην έννοια τού μέσου ή τού οργάνου αντικαθίσταται στη Νεοελληνική με την πρόθεση με + αιτιατική: «τού έστειλε τα χρήματα με τραπεζική επιταγή»
«τόν χτύπησε με τον λοστό»
αρχ.
1. τοπική έκταση («διὰ δέκα ἐπάλξεων πύργοι ἦσαν», Θουκ.)
2. διανομή («διὰ πέμπτων ἐτῶν» — κάθε πέμπτο έτος)
3. τρόπο («διὰ τείχους ἡ νίκη ἐγίγνετο»)
4. την ύλη («κατασκευάζειν εἴδωλα δι' ἐλέφαντος καὶ χρυσοῡ»)
II. με αιτιατική και δηλώνει (στην αρχαία και τη λόγια γλώσσα)
1. το αναγκαστικό αίτιο, την αιτία («ἐτετίμητο ὑπὸ Κύρου δι' εὔνοιαν»
«κατεδικάσθη διὰ κλοπήν»)
2. το τελικό αίτιο, τον σκοπό, τον προορισμό («oἱ Λακεδαιμόνιοι ἡγοῡνται τῶν συμμάχων διὰ τὴν σφετέραν δόξαν»
«φάρμακον διὰ τὴν θεραπείαν τῆς... ἀσθενείας»)
3. χρονικό προσδιορισμό ή χρονική διάρκεια («ἐν χρήσει διά τε τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον»
«ἡ συνεδρία ὡρίσθη δι' αὔριον»)
4. αναφορά («ὡμίλησε εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ σταφιδικόν»)
5. διεύθυνση προς τόπο («αναχωρεί αύριο διά Θεσσαλονίκην»)
6. εξορκισμό («μη διά τον Θεόν, δι' αγάπην τού Χριστού») (σε όλες αυτές τις χρήσεις της με αιτιατική η διά στη Νεοελληνική αντικαθίσταται με τη για)
7. φρ. «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (ΚΔ)
από πρόνοια για κάθε ενδεχόμενο. Περιφράσεις τής διά στην αρχαία Ελληνική: 1. «δι' αἰτίας ἔχω τινά» — αιτιώμαι, κατηγορώ κάποιον
2. «Ἔχω τινὰ δι' ὀργῆς» — οργίζομαι εναντίον κάποιου
3. «δι' ἡσυχίας εἶναι» — ησυχάζειν
4. «διὰ σπουδῆς» — βιαστικά
5. «διὰ τάχους» — ταχέως, γρήγορα
6. «διὰ φόβον εἴναι φοβεῑσθαι»
7. «διὰ φιλίας ἰέναι» — φιλικά
8. «διὰ μάχης ἰέναι» — συνάπτειν μάχην
9. «διὰ δίκης ἰέναι τινι»
ἀναλαμβάνειν πρός τινα δικαστικόν αγώνα κ.λπ. Η διά σε σύνθεση. Η πρόθεση σε σύνθεση (στην αρχαία, λόγια και νεοελληνική γλώσσα) σημαίνει: 1. διανομή (διαδίδωμι, διαμοιράζω, διανέμω)
2. χωρισμό (διαχωρίζω, διακρίνω, διίστημι)
3. διασκορπισμό (διαχέω, διασπαθίζω, διασπείρω)
4. διαφορά, διάκριση, ασυμφωνία (διαφωνώ, διαγιγνώσκω, διαχαίρω)
5. άμιλλα, εναντιότητα ή αμοιβαιότητα (διαγωνίζομαι, διαλέγομαι)
6. υπεροχή (διακρίνομαι, διαπρέπω)
7. επίταση
(α. διαφθείρω
φθείρω καθ' ολοκληρίαν
β. διαστρέφω
γ. διαστρεβλώνω)
8. μείωση τής έννοιας τού β' συνθετικού (α. διαφαίνομαι
μόλις φαίνομαι
β. διάχρυσος
μόνον εν μέρει χρυσός
γ. διάλευκος)
9. την διά τόπου κίνηση (διέρχομαι, διαβαίνω, διασχίζω)
10. χρονική διάρκεια (α. διαμένω
μένω μέχρι τέλους
β. διατελώ
γ. διαγίγνομαι)
11. διακοπή (διαλείπω).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. διά < *δις-α (πρβλ. δις*) ίσως αναλογικά προς τα παρά, μετά προφανώς συνδέεται με το *dis-, παράλληλο τ. τού *dwis- (πρβλ. λατ. dis-, αγγλοσαξ. te, αρχ. άνω γερμαν. zi-, ze- και zir-, zer-, αλβαν. tsh-). Παράλληλοι τύποι τού διά είναι: το θεσσαλικό διέ που παραμένει ανερμήνευτο, το λεσβ. ja- < δια με συμφωνική προφορά του ι μπροστά από φωνήεν, που εμφανίζεται κυρίως ως προρρηματικό και, τέλος, το διαί, που μαρτυρείται στον Αισχύλο και στους λυρικούς, ως υστερογενής σχηματισμός κατά το πρότυπο τών ομηρικών καταί, παραί, υπαί. Αρχικά το διά ως πρόθεση και ως προρρηματικό στοιχείο σήμαινε «διαιρώντας» και κατόπιν «διά μέσου». Ως πρόθεση συντάσσεται με γενική με τη σημασία «διά μέσου, σε» όταν δηλώνει τον τόπο, ενώ χρονικά η διά + γενική εκφράζει τη διάρκεια, το (χρονικό) διάστημα, την αλληλουχία και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το ενεργούν πρόσωπο (πρβλ. «δι' αγγέλων»), το όργανο, την ύλη, την επιχείρηση που αναλαμβάνει κάποιος ή την κατάσταση στην οποία βρίσκεται (πρβλ. «διά μάχης ιέναι», «δι' ησυχίης είναι»). Η σύνταξη τής προθέσεως διά με αιτιατική, σε δήλωση τού τόπου και τού χρόνου, είναι αρχαϊκή και ποιητική. Στον Όμηρο ειδικά, όπου εμφανίζεται και ως σύνθετη με άλλες προθέσεις (πρβλ. διαπρό, διέκ) δηλώνει την αιτία, που μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, πιο συχνά ένα πράγμα ή μια περίσταση (πρβλ. «διά ταύτα, διά τι κ.λπ.). Ως α' συνθετικό εμφανίζει μεγάλη παραγωγική δύναμη και συντίθεται με ρήματα και ονόματα, με κύρια τη σημασία τής διαίρεσης, τού «διά μέσου» (πρβλ. διαμπερές, διάνδιχα, διαβαίνω, διέχω). Ως προρρηματικό εκφράζει τη διάκριση, τη διαφορά (πρβλ. διαφωνώ, διαφέρω, διαιρώ, διαλύω), την άμιλλα (πρβλ. διαγωνίζομαι), τη διασπορά (πρβλ. διαπέμπω). Χρησιμοποιείται επίσης με τη σημασία «μέχρι το τέλος, τελείως» (πρβλ. διαγιγνώσκω, διαμάχομαι). Εμφανίζεται επίσης ως α' συνθετικό ονομάτων και κυρίως επιθέτων με επιτατική συνήθως σημασία (πρβλ. διάχρυσος, διαπόρφυρος, διατρύγιος, διαλγής, δίαιμος). Αξιοσημείωτη είναι η χρήση τού διά σε σύνθετα τής σύγχρονης Ελληνικής τού τύπου δια-σχέσεις, δια-κυβερνητικός, δια-κλαδικός κ.τ.ό., όπου δηλώνεται η μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων κ.λπ. σχέση. Πρόκειται συνήθως για ξενισμό που αποδίδει το ξεν. inter- (πρβλ. inter-relations, inter-government κ.λπ.). Τέλος, σημειώνεται ότι το νεοελλ. για* προήλθε από φωνολογική εξέλιξη τού δια].
————————
(II)
σύμβολο τής διαίρεσης (:) ή η γραμμή κλάσματος (—).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Δία — Δίᾱ , Δίη fem nom/voc/acc dual Δίᾱ , Δίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — through indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δῖα — neut nom/voc/acc pl Δῖον neut nom/voc/acc pl Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δία — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • Δίᾳ — Δίαι , Δίη fem nom/voc pl Δίᾱͅ , Δίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διᾶ — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διά — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖα — δῖος heavenly fem nom/voc sg (epic) δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δία — δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc/acc dual δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίᾳ — δί̱ᾱͅ , δῖος heavenly fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.